Η Επιτροπή περιέγραψε πώς θα προσαρμόσει τη μέθοδο υπολογισμού της όταν προτείνει οικονομικές κυρώσεις στο Δικαστήριο της ΕΕ στο πλαίσιο διαδικασιών επί παραβάσει. Η επιβολή του ενωσιακού δικαίου από την Επιτροπή θα εξακολουθήσει να είναι αυστηρή, ισορροπημένη και δίκαιη για όλα τα κράτη μέλη.

Όταν η Επιτροπή παραπέμπει ένα κράτος μέλος στο Δικαστήριο της ΕΕ για παράβαση του ενωσιακού δικαίου, το Δικαστήριο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις. Η Επιτροπή προτείνει ένα ποσό στο Δικαστήριο, το οποίο στη συνέχεια λαμβάνει την οριστική απόφαση.

Κατά τον υπολογισμό της προτεινόμενης οικονομικής κύρωσης, εκτός από τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, η Επιτροπή λάμβανε πάντα υπόψη αφενός την οικονομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους και αφετέρου τη θεσμική του βαρύτητα. Προκειμένου τα δύο αυτά στοιχεία να αποτυπώνονται σε αριθμούς, η Επιτροπή εξέταζε μέχρι σήμερα το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) του κράτους μέλους και τον αριθμό των ψήφων που διαθέτει στο Συμβούλιο.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε σε πρόσφατη απόφασή του ότι οι κανόνες ψηφοφορίας στο Συμβούλιο, όπως τροποποιήθηκαν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτόν. Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι, εκτός από τη χρήση του ΑΕΠ των κρατών μελών, θα πρέπει να εξακολουθήσει να λαμβάνεται υπόψη η θεσμική βαρύτητα, χρειαζόταν μια νέα μέθοδος που να αντανακλά την εν λόγω βαρύτητα.

περισσότερα : http://europa.eu/rapid/press-release_IP-19-1288_el.pdf